Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

           ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΚΑΡΙ
Τα βήματα μου με οδήγησαν και παλι
στο λιμανάκι το μικρό το ερημωμένο
να δώ εκείνο το σκαρί στο ακρογιάλι
που τοσα χρόνια μοναχό ειν αραγμένο

Διπλα να κάτσω και κουβέντα να του πιάσω
και να μου πεί ποια ειν η μοίρα του η σκληρή
που το οδήγησε σ αυτό το λιμανάκι
και ν’απομήνει ένα έρημο σκαρί.

Κάθομαι δίπλα του μ αυτό δε μου μιλάει
Παρακαλώ το !μα σωπαίνει!Ούτε λεξη!
Κι ενώ  στα μάτια πια το δάκρυ μου κυλάει

Χωρίς να θέλω  εις τη πρύμη του θα τρέξει.
                                              10/12/2001

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017


                      Η   ΞΕΝΗ  ΧΩΡΑ

         Φεύγω απόψε για ταξίδι μακρινό

          ένα ταξίδι μακριά σε χώρα ξένη

φεύγω μονάχος και χωρίς αποσκευές
σ’αυτό το μέρος πάνε μόνο οι πονεμένοι.

Φεύγω απόψε δίχως θόρυβο πολύ
δε θέλω κλάματα να κάνετε για μένα
το γιατί φεύγω δε το ξέρω ούτε ‘γώ
μέσ’ το μυαλό μου είναι όλα μπερδεμένα

Αναρωτιέμαι γιατί ήρθα στη ζωή
έτσι κι αλλιώς δεν έχω νοιώσει μια ουσία
ένας αγώνας απ’το βράδυ ως το πρωί
ποιος θα προσέξει τη δική μου απουσία.

Σε όσους έκανα κακό  ζητώ συγνώμη
κι όσοι με βλάψανε εγώ τους συγχωρώ
σ’αυτό το τόπο όπου πάω θάρθετε όλοι

κακία μίσος να τά πάρω δεν μπορώ.

ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΟΥ

                  ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΤΑ
Σα πέφτει ο ήλιος χαμηλά με πιάνει νοσταλγία
Τρέχω και τον ακολουθώ στην ίδια τη πορεία.
Επηρα το καμάρι μου και  δωστου από πισω
Στα ίδια ζαλα ηθελα να τον ακολουθήσω
Εφτάξαμε στο Ρεθεμνο  στσι πεθυμιας την ωρα,
Στη πιο ρομαντική στιγμη,ποθές δε παω τώρα
Κι αφου εποχορτάσαμε κι αρχισε να νυχτώνει
Πάμε τση λέω, τη καρδιά κατι τη μαραζώνει
Και πήρα προς τα Δυτικα,κι ετοιμος να δακρυσω
κατι αδέρφια στα Χανιά θέλω να συναντήσω.
Λαχτάρα είχαμε κι οι δυο να παμε να τσοι δούμε,
Μα πρέπει να μαστε νωρις πριχού να κοιμηθούνε.
Η Νοσταλγία  εφταξε στο επακρο  τη  μερα
Και  σκέφτηκα να ανεβώ στο Ρούματα γι αέρα.
Είχα καιρό  να ανεβώ  να κάτσω στην αυλή ντου
και περιοριζόμαστε εις την αθιβολή ντου.
Εκάτσαμε εις την αυλή και μεσα στα λουλούδια,
ειχαμε και για μουσική του γρίλου τα τραγουδια.
Ουτε πoυ καταλάβαμε πως βγήκε το  φεγγάρι
Πες τονα-τ’ άλλο ολοι μας δε πειραμε χαμπάρι
Τι ωρα κοιμηθηκαμε ουτε κι απου θυμάμαι,
Τση ταχινής δε πρόλαβα τα αποϊ,και λυπάμαι.
Τρελαίνομαι οντε γροικώ το πετεινό να κράζει
κατάχαμα να κοιμηθώ στο δόμα δε με νοιάζει
Σε τούτο το παραδεισο θελω να ξαναπάω
Και τσ Αθηνάς το νόστιμο φαϊ να ξαναφάω
Για να μη πάω δε μπορώ τους αγαπάω τόσο

Κι α θετε χαιρετίσματα εγώ θα τως τα δώσω.
O MANΩΛΙΟΣ ΚΙ Ο ΣΗΦΑΛΙΟΣ

Oταν εμπήκα  επαέ 
Μου είπε ενας φίλος,
Κόσκινο  πάντα να κρατάς
Γιατί θα γίνει  μύλος.

Εγω δεν εκατάλαβα
Και το  ξαναρωτάω
Μα ήντα το θες το κόσκινο
Στο google  σαν περνάω

Να κοσκινίζεις  Σηφαλιώ
Τσοι φίλους  οντε θα μπαίνεις,
Να μη  δαγκώνεις   άσκημα
 μωρέ  οντε θα βγαίνεις…..

Εκειά θα βρείς φίλους πολλούς
Που κάνουν  τσοι  μεγάλους
Ψηλό- γαζί δουλεύουνε
Ωσαν τσοι παπαγάλους...

Απ  τσ  εκατό  μονο δυο τρείς
Μπορει να ξεχωρίσεις,
Κράτα λοιπόν το κόσκινο 
Για να τσοι κοσκινήσεις…

Αντρες  γυναίκες  γίνονται 
Χαρμάνι   εκεί μεσα,,,,,,
Τσόκαρο εκατο χρονων
Κάνει την πριγκιπέσσα….

Γι αυτό σου λέω  Σηφαλιώ
Το νού σου  τετρακόσα
Κοσκίνιζέ  τα πιο μπροστά

Να μένουνε  καμπόσα .